2 years ago

Το 1893, η αυτοκτονία δύο ερωτευμένων νέων, αναστάτωσε την κοινωνική ζωή της Αθήνας. Η Μαίρη, γερμανίδα παιδαγωγός του γιου του διαδόχου Κωνσταντίνου και ο Μιχαήλ Μιμήκος, δόκιμος στρατιωτικός γιατρός, αγαπήθηκαν παράφορα μα η σχέση τους έληξε άδοξα, λόγω μιας τραγικής παρεξήγησης. Το κοινό μνήμα τους στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών ήταν πάντα γεμάτο λουλούδια. Κάθε ρομαντική ψυχή έβρισκε εκεί το προσωποποιημένο σύμβολό της. Η ερωτική τους ιστορία έγινε τότε θρύλος, λαϊκό τραγούδι, ακόμα και ταινία με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Ανδρέα Μπάρκουλη.

Η 22χρονη Μαίρη Βέμπερ η οποία καταγόταν από τη Γερμανία, ήταν μία από τις δύο παιδαγωγούς του γιου του διαδόχου Κωνσταντίνου το 1893. Στις καθημερινές της δραστηριότητες με τον μικρό, ήταν η απασχόληση τις πρωινές ώρες στον Εθνικό Κήπο. Εκεί έγινε και η συνάντηση με τον δόκιμο στρατιωτικό γιατρό Μιχαήλ Μιμήκο και γεννήθηκε ο έρωτάς τους. Τα στέκια τους κατά την επτάμηνη σχέση τους, ήταν απόμερες συνοικίες της Αθήνας και η Ακρόπολη. Εκείνος της έστελνε γράμματα στα ανάκτορα και εκείνη του έστελνε στο στρατιωτικό νοσοκομείο στο οποίο δούλευε.

Η αυτοκτονία της Μαίρης

Στις 24 Φεβρουαρίου του 1893, γύρω στις 11 το πρωί μια νεαρή κοπέλα, η Γερμανίδα παιδαγωγός των ανακτόρων Μαίρη Βέμπερ, 21 ετών, κατευθύνεται με γοργά βήματα προς την Ακρόπολη, προσπαθώντας ν' αποφύγει τα βλέμματα των περαστικών με το αλεξήλιο της. Τη στιγμή που εισερχόταν στα προπύλαια, οι φύλακες ετοιμάζονταν να φύγουν, όμως εκείνη τους ζήτησε άδεια να παραμείνει στην Ακρόπολη και ν' ανεβεί στ' αετώματα του Παρθενώνα.

Οι φύλακες την γνώριζαν, καθώς η Μαίρη επισκεπτόταν συχνά την Ακρόπολη, κι έτσι της έδωσαν την άδεια.

Ένας μόνος παρέμεινε κοντά στο ναό της Απτέρου Νίκης και παρακολουθούσε τα βήματά της, ενώ λίγο πιο πέρα βρίσκονταν τρεις Γερμανοί περιηγητές. Αφού έκοψε λίγα λουλούδια από το ιερό έδαφος, τα έβαλε στο στήθος της και εισήλθε στον Παρθενώνα ανεβαίνοντας σιγά-σιγά τη νότια πλευρά του τοιχώματος, ενώ κρατούσε ανοιχτή και την ομπρέλα της.

Κάθισε πάνω στο γύψο, στο σημείο όπου το ψηλότερο μέρος του αετώματος σχηματίζει οξεία γωνία. Λίγα μόλις δευτερόλεπτα αργότερα, η νεαρή κοπέλα άφησε την ομπρέλα της πάνω στο μάρμαρο, σηκώθηκε, κοίταξε δεξιά κι αριστερά για αρκετή ώρα, ενώ ο άνεμος φυσούσε στα μαλλιά της, και στις 11 και 20 ακριβώς, ο φύλακας είδε τη νεαρή κοπέλα να πέφτει αστραπιαία από τον Παρθενώνα εντός του περιστυλίου. Αμέσως έτρεξε στο σημείο μαζί με τον αρχιτέκτονα Τρίμη, που ανέβαινε εκείνη τη στιγμή την Ακρόπολη, αλλά και μ' έναν από τους τρεις Γερμανούς περιηγητές.

Της πρόσφεραν λίγο νερό να πιεί με δυσκολία και την μετέφεραν με τα χέρια τους μέχρι την είσοδο της Ακρόπολης, απ' όπου με μια άμαξα την οδήγησαν στο κοντινό στρατιωτικό νοσοκομείο (στο οποίο δούλευε ο αγαπημένος της).

Ο εφημερεύων ανθυπίατρος, που ονομαζόταν Μαυράκης, της προσέφερε κονιάκ αναμεμιγμένο με νερό και εξέτασε τα τραύματά της. Κατά την περιγραφή της εφημερίδας, η Μαίρη Βέμπερ έφερε "εν τραύμα επί του αντιβραχίου της αριστεράς χειρός, τεθραυσμένον ολόκληρον το ιερόν οστούν, εξ ου επήλθεν εσωτερική αιμορραγία, τραύμα καίριον επί του αριστερού οστού μετά κατάγματος του στέρνου και έτερον μικρόν τραύμα υπό την σιαγόνα". Ωστόσο, παρά τις ιατρικές φροντίδες, η Μαίρη δεν άντεξε και τελικά εξέπνευσε γύρω στη 1 το μεσημέρι.

Αμέσως η είδηση έκανε το γύρο της πρωτεύουσας. Άλλωστε, ήταν η πρώτη φορά που αυτοκτονούσε κάποιος από το συγκεκριμένο σημείο.

 

Η αυτοκτονία του Μιμήκου


Ο αγαπημένος της Μαίρης Βέμπερ, ο 22χρονος, δόκιμος ιατρός Μιχαήλ Μιμήκος αυτοπυροβολήθηκε, όταν πληροφορήθηκε την τραγική είδηση της αυτοκτονίας της αγαπημένης του.

Σύμφωνα με το Άστυ (25.02.1893), "ο αυτόχειρ εραστής... ήτο υψηλός, μελαγχροινός, ευσταλέστατος νεανίας με μαύρον λεπτόν μύστακα. Υπό των συναδέλφων του ηγαπάτο ιδιαιτέρως, εθεωρείτο δε εις των σεμνοτέρων και μάλλον φιλοτίμων νέων της ημετέρας κοινωνίας..."

Δύο περίπου ώρες αφότου η Μαίρη είχε αφήσει την τελευταία της πνοή, ο Μιχαήλ Μιμήκος πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί και έσπευσε στο στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου βρισκόταν το πτώμα της.

Με μυθιστορηματικό τρόπο η Εφημερίς περιέγραψε τις δύσκολες και έντονα φορτισμένες εκείνες σκηνές:

"Αχ, ήλθα αργά! είπε και εζήτησε να τον αφήσωσι να μεταβή παρά τη Μαίρη, ήτις ήτο ήδη νεκρά. Έστη επί τινας στιγμάς προ αυτής και είτα έπεσεν επί του στήθους της ασπαζόμενος αυτήν και κλαίων και βρέχων με δάκρυα το ωχρόν και παράπονον εκφράζον πρόσωπον της αγαπητής του. Παρέστη ανάγκη να τον αποσύρωσιν εκείθεν οι συνάδελφοί του και ήρχισαν να τον παρηγορώσιν απομακρύνοντες αυτόν εκείθεν.
- Γνωρίζω εγώ - τοις έλεγε - ποίον είνε το καθήκον μου και ως νέου και ως στρατιώτου.

Παρέμεινεν εν τω νοσοκομείω επί πολλήν ώραν μετά των δύο φίλων του και επέδειξεν εις πολλούς τας επιστολάς της Μαίρης και την φωτογραφίαν αυτής, ην έφερεν επάνω του. Επανειλημμένως μετέβη παρά τη νεκρά και, όταν αι θεραπαινίδες εκ του ανακτόρου του Διαδόχου μετέβησαν και ενέδυσαν αυτήν, αυτός έλαβε το λείψανον και ετοποθέτησεν αυτό εντός του φερέτρου. Όταν δε εφωτογράφησαν το λείψανον αυτός ίστατο τεθλιμμένος παρά την κεφαλήν αυτής και συμπεριελήφθη εν τη φωτογραφία".

Εν τω μεταξύ, ο αδερφός του Μιχαήλ, υπολοχαγός του μηχανικού στο επάγγελμα, είχε ανησυχήσει και μετέβη στο νοσοκομείο, για να του συμπαρασταθεί και να τον βοηθήσει να συνέλθει. Τα δυο αδέρφια επέστρεψαν στο σπίτι τους και ο αδερφός του Μιχαήλ τον άφησε να κοιμηθεί, αφού προηγουμένως έλαβε όλες τις προφυλάξεις, όπως νόμιζε, αφού φοβόταν τα χειρότερα, τα οποία και επαληθεύτηκαν. Διαβάζουμε και πάλι την - προφανώς όχι ακριβή, αλλά σίγουρα φορτισμένη - περιγραφή από την Εφημερίδα:

"Περί την 3ην πρωινήν ώραν τον ήκουσεν εγερθέντα και ετοιμαζόμενον να εξέλθη.
- Πού πας; τον ηρώτησε.
- Θέλω να πάγω να την ιδώ πού θα την θάψουν, απεκρίθη.
- Είνε νύκτα ακόμη. Κοιμήσου και όταν ξημερώση πάμε μαζή.
Και τον ηνάγκασε να πέση επί της ιδικής του κλίνης, αυτός δ' εκάθισε παρ' αυτόν αγρυπνών... Περί την 5ην δε ώραν παρεπονέθη προς τον παρακαθήμενον και αγρυπνούντα αδελφόν του, ότι εκρύωνε καταληφθείς υπό ρίγος. Ο αδελφός του ειπών αυτώ:
-Στάσου να σε σκεπάσω - έκυψε διά να λάβη εν κάλυμμα ολίγον απωτέρω κείμενον, μόλις εν βήμα. αλλά την αυτήν στιγμήν ήκουσε τον κρότον ανεγειρομένης σφύρας πιστολίου και ταυτοχρόνως τον υπό το εφάπλωμα πυροβολισμόν. Ο Μιχαήλ Μιμίκος έχων μεθ' εαυτού δίκαννον πιστόλιον, είχε θέσει αυτό επί της καρδίας του, ην διεπέρασεν η σφαίρα και τον αφήκεν άπνουν... Δεν περιγράφεται η επακολουθήσασα σκηνή εν τη οικία του ατυχούς νέου. Οι γονείς του και οι μικρότεροι αδελφοί του εθρήνουν γοερώς. Εκλήθη ιατρός - κατά σύμπτωσιν δε εκλήθη ο παράσχων τας πρώτας βοηθείας εις την Μαίρην - αλλ' ήτο περιττός, διότι ο Μ. Μιμίκος είχεν εκπνεύσει".
Μάλιστα, σ' ένα συρτάρι βρέθηκε επιστολή του αυτόχειρα προς τον αδερφό του:
"Παρακαλώ γονυκλινής να με συγχωρήσητε, να μη λυπηθήτε δε ποσώς διά τον θάνατόν μου. Δυστυχής εγεννήθην, δυστυχής έζησα, δυστυχής αποθνήσκω".


Η λύση του μυστηρίου της διπλής αυτοκτονίας

Ήδη από τη στιγμή που έγινε γνωστή η αυτοκτονία της νεαρής Γερμανίδας, οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν. Αυτό που έγινε αρχικά γνωστό ήταν ότι η Μαίρη ερχόταν συχνά σε "συνεντεύξεις" (κατά τη γλώσσα των εφημερίδων της εποχής) με τον Μιμίκο, μια σχέση που φερόταν να μην τελεί υπό την έγκριση του πατέρα της νεαρής γκουβερνάντας. Μάλιστα, οι πρώτες φήμες υποστήριζαν ότι η αυτοκτονία της Μαίρης οφειλόταν σε μια επιστολή του πατέρα της, με την οποία εκείνος δεν της έδινε την άδειά του να παντρευτεί τον αγαπημένο της.

Μετά την αυτοκτονία και του Μιμίκου έγινε γνωστό ότι - ανεξάρτητα από το αν υπήρχε τέτοια επιστολή από τον πατέρα της Μαίρης - η αυτοκτονία της κοπέλας οφειλόταν σε μια τραγική παρεξήγηση.

Λόγω αρρώστιας, ο Μιχαήλ δεν μπορούσε ν' απαντήσει τις τελευταίες ημέρες στα γράμματα της αγαπημένης του, η οποία όμως φοβήθηκε ότι εκείνος δεν την αγαπούσε πια. Το μοιραίο εκείνο πρωινό του είχε στείλει και νέα επιστολή, με την οποία του ζητούσε να συναντηθούν στην Ακρόπολη, αλλιώς θα έδινε τέρμα στην ζωή της. Εκείνος δεν πρόλαβε να διαβάσει έγκαιρα την επιστολή και τελικά τα πράγματα πήραν την τραγική τους πορεία.

Η άρνηση της Εκκλησίας να κηδέψει τον Μιμήκο

Η κηδεία της Μαίρης Βέμπερ πραγματοποιήθηκε στις 10 το πρωί της 25ης Φεβρουαρίου. Παρευρέθηκε πλήθος κόσμου, μεταξύ των οποίων εκπρόσωποι από τα Ανάκτορα, όπως και ο Γερμανός πρόξενος. Μάλιστα, κατατέθηκαν τέσσερα στεφάνια: το ένα από τη βασίλισσα Όλγα, ένα δεύτερο από την πριγκίπισσα Σοφία, το γιο της οποίας διαπαιδαγωγούσε η Μαίρη, ενώ από ένα στεφάνια απέστειλαν οι αυλικοί και η γερμανική παροικία στην Αθήνα. Εξάλλου, πολλοί ήταν και οι απλοί πολίτες, ιδίως γυναίκες, που έσπευσαν στο νοσοκομείο, για να δουν από κοντά τη νεκρή, ενώ αργότερα κατέκλυσαν τους λόφους γύρω από την οδό Αναπαύσεως, για να παρακολουθήσουν την κηδεία.

Η κηδεία του Μιμήκου έγινε στις 4 το απόγευμα χωρίς την παρουσία ιερέα, επειδή αυτός ήταν αυτόχειρας - για την Βέμπερ δεν υπήρχε αντίστοιχο πρόβλημα, επειδή ήταν Προτεστάντισσα. Ωστόσο, αυτή η πιστή στις παραδόσεις στάση της εκκλησίας στηλιτεύτηκε από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης και των εφημερίδων, ενώ λίγες μέρες αργότερα η Ακρόπολις έθεσε τον προβληματισμό: "Τις άρα έχει δίκαιον επί του προκειμένου, η κοινωνία η συμπαθούσα και συμπονούσα τον ατυχήσαντα, ή η εκκλησία η αποστρέφουσα το πρόσωπον και περιφρονούσα τον υβρίσαντα τους κανόνας αυτής τολμηρόν παραβάτην;"


Η εκταφή του Μιμήκου

Αν και πολλοί είχαν εκφράσει την άποψη ότι οι δυο νέοι θα έπρεπε να θαφτούν μαζί, τελικά ο τάφος του Μιχαήλ ανοίχτηκε 10 βήματα μακριά από τον τάφο της αγαπημένης του. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό "τακτοποιήθηκε" τις επόμενες μέρες, καθώς το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου, φίλοι του Μιχαήλ Μιμίκου ξέθαψαν κρυφά το πτώμα του και το εναπόθεσαν στο μνήμα της Μαίρης Βέμπερ, μια πρωτοβουλία που χαρακτηρίστηκε αρνητικά από την πλειοψηφία του Τύπου.

Μάλιστα, το αυτοσχέδιο μνήμα το διακόσμησαν εξωτερικά μ' ένα Σταυρό και ανθοδέσμες, ενώ άφησαν κι ένα σημείωμα, το οποίο έγραφε: "Ωρκίσθημεν να σας ενώσωμεν οι φίλοι σου και ιδού!!!!"

"Το έχει φαίνεται γραμμένο η μοίρα του δυστυχισμένου αυτού τόπου να μη μένη κανέν πράγμα εις την θέσιν του, να καταστρέφωνται και να ποδοπατώνται και αυταί ακόμη αι υποθέσεις αι υπερέχουσαι της πεζότητος, αι περιβαλλόμεναι υπό ποιήσεως ασυνήθους διά την εποχήν μας", σχολίαζε το Άστυ (01.03.1893). Μάλιστα, οι περισσότερες εφημερίδες δημοσίευσαν την δήθεν "πληροφορία" - από ποιόν άραγε, αφού οι δράστες της τυμβωρυχίας ήταν άγνωστοι; - ότι η ομάδα των "φίλων του Μιμήκου" ετοιμαζόταν να... βανδαλίσει και τον Παρθενώνα αναγράφοντας συνθήματα υπέρ των δύο τραγικών εραστών στους κίονες του αρχαίου ναού, κάτι που ουδέποτε συνέβη.

Στις 2 Μαρτίου η Εφημερίς, που χαρακτήρισε την πιο πάνω εξέλιξη ως "εσχάτη συνέπεια της αισθηματοκρατικής μανίας... [η οποία] εκυρίευσε τους μάλλον θερμοκέφαλους", δημοσίευσε μια ανώνυμη επιστολή, η οποία είχε φτάσει στα γραφεία της και την οποία φέρονταν να έχουν συντάξει οι δράστες της εκταφής:

"Κύριε Συντάκτα,
Την στιγμήν ταύτην (12 νυκτός) τα δύο σώματα των ευγενών πλην ατυχών υπάρξεων Μαίρης και Μιχαήλ ηνώθησαν επί της γης αφού αι ψυχαί των είνε ήδη ηνωμέναι εις τους ουρανούς.
Ημείς οι φίλοι του Μιχαήλ ορκισθέντες κατά την ημέραν της θανής των και συνδεθέντες δι' αρρήκτου και ιερού δεσμού το κατωρθώσαμεν.
Δεν θα παραπονούνται πλέον, τους ήνωσεν ο τάφος".

 

 

Ο επικήδειος λόγος


Ο φίλος του Μιχαήλ Μιμήκου, Π. Συνοδινός εκφώνησε τον επικήδειο λόγο, ο οποίος και δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση την 1η Μαρτίου του 1893.
Ο λόγος ήταν έντονα συναισθηματικός ενώ ο αγορητής καταφέρθηκε με σφοδρότητα εναντίον της απόφασης της εκκλησίας να μη σταλεί ιερέας στην κηδεία του Μιμήκου.

“Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα, δεν ηδυνήθησαν να υψωθώσιν εις την ιδεώδη αυταπάρνησιν του Μιχαήλ και της Μαίρης”

"Πένθιμος ομήγυρις. Συντετριμμένος εκ της φρικώδους θλίψεως της καταλαβούσης με εκ της μεγίστης και απροσδοκήτου συμφοράς του θανάτου του προκειμένου νεκρού, αδυνατώ ως εννοείτε όλως απροετοίμαστος να ζωγραφίσω την συγχίσασαν τα σύγχρονα κοινωνικά νέφη ακτίνα, το εξαφνίσαν την εποχήν μας κοινωνικόν δράμα. Το δράμα ούτινος ήρως υπήρξεν ο αγαπητός μου Μιχαήλ Μιμήκος θα συνεκίνει εις άκρον τον κόσμον και αν εξετυλίσσετο και εν ταις ποιητικαίς ημέραις της Κορίννας και του Πινδάρου, εν τη ιδανικωτάτη εποχή του Φάωνος και της Σαπφούς, εν ταις αγίου ρωμαντισμού ημέραις του Λεάνδρου και της Ηρούς. Οποίαν άραγε συγκίνησιν, οποίον εγκάρδιον κλωνισμόν επροξένησεν η αυτοθυσία των δύο τούτων μεγάλων καρδιών καθ' ην εποχήν αι γυναίκες, οι πολιτευόμενοι και οι χρηματισταί μετέτρεψαν εις ταπιφράγγον την Παρθένον Ελλάδα. Το ερωτευμένον ζεύγος το εκπροσωπήσαν εις τας τύχας και εις την θυσίαν το ωραίον μύθευμα του γάλλου Sempier, τα κατά Παύλον και Βιργινίαν; Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα, δεν ηδυνήθησαν να υψωθώσιν εις την ιδεώδη αυταπάρνησιν του Μιχαήλ και της Μαίρης.

Η ωραία Τευτωνίς η εις τους οφθαλμούς της φέρουσα τον αττικόν ουρανόν και εις την καρδίαν το τέλειον ιδεώδες του Παρθενώνος, ενόμισεν εν τη ευγενεί εξάρσει του έρωτός της ότι θα προσεγγίση μάλλον την ψυχήν του έλληνος εραστού της, αν από την καλλιτεχνικήν ενσάρκωσιν των τελειωτέρων ποιητικών ημερών της Ελλάδος, τον Παρθενώνα, αν κρημνισθή, και από του αετώματος αυτού κρημνισθείσα, απέθανεν, τι ηδύνατο να πράξη ο ερώμενος αυτής υιός της επιστήμης ιπποτικός χαρακτήρ ευαισθητότατος την καρδίαν Μιχαήλ Μιμήκος γινώσκων ότι ο επιζών της δι' αυτόν φονευθείσης, δεν δύναται να μετέλθη τον άνθρωπον. Εάν ο Μιχαήλ Μιμήκος επέζη της φίλης του μετά την δι' αυτόν έξαλλον θυσίαν αυτής, θα είχε να προσφέρη ένα έτι φαύλον εις την κοινωνίαν, ένα έτι αμαρτωλόν εις την εκκλησίαν, διότι αμαρτωλός και φαύλος έστι ο μη γινώσκων να αποθνήσκη διά το καθήκον.

Κλαύσωμεν, αφού βλέπετε ότι και ο ουρανός κλαίει διά τον μάρτυρα του καθήκοντος. Συγκλονισθήτω η Ελλάς διά τον ρωμαντικόν τούτον θάνατον αφού η Αυστρία συνεκλονίσθη διά τον Ροδόλφον και την Βερτσέραν, καίτοι εγκλείονται σκότη εις το δράμα των, σκότη μεσαιωνικής απαισιότητος, ενώ ο Μιμήκος και η Μαίρη ηράσθησαν ως περιστεραί και απέθανον ως ήρωες. Και όμως η Αυτού αγιότης ο Μητροπολίτης Αθηνών ηυδόκησε να κατέλθη ο Μιχαήλ Μιμήκος εις τον τάφον άνευ εκκλησιαστικής τιμής, δι' ης συνοδεύει προπορευόμενος κηδειών φαύλους χρηματιστάς αυτοκτονουμένους, και αυτοχειριαζομένας κλεψιγάμους γυναίκας.

Φοβερόν όντως να ωθώσιν εις αλλαξοπιστίαν οι άρχοντες της εκκλησίας τους ορθοδόξους έλληνας, και πρώτος εγώ ορκίζομαι εις τον γλυκύτερον φίλον μου Χριστόν, πρώτος εγώ ο όντως μάρτυς της ελληνικής ορθοδοξίας ο δεκάκις υπέρ αυτής χύσας το αίμα μου και εις αυτήν πενόμενος παύω να ανήκω εις την ελληνικήν εκκλησίαν, αφού αύτη μετεβλήθη διά του αρχηγού αυτής εις Καμαρίλλαν προνομίων, και αφού ο Μητροπολίτης αυτής διανέμει τας ευλογίας της ως ο ΙΑ' Βενέδεικτος τα συγχωροχάρτια. Τίνες κατέστησαν μισητήν την δυτικήν εκκλησίαν την κατ' ουσίαν μη διαφέρουσαν της ανατολικής, εις το φως του πολιτισμού ή οι παραμορφώσαντες αυτήν διά των προνομίων Άρβουα, Εσκωβάρ, Εστεβάν, και οι διάδοχοι του Λωϊόλα; Αδιάφορον, δι' ημάς και διά τον προκείμενον νεκρόν αφού η πολιτεία ετίμησεν αυτόν διά του στρατού της, η κοινωνία δια των συναθροισμένων ώδε ευγενεστέρων τέκνων της, και ιδίας ο αχώριστος φίλος των ευγενών μαρτύρων ο εσταυρωμένος.

Ότι κατάκαρδα λυπεί ημάς είνε ότι απολέσαμεν λαμπρόν φίλον, ευσυνείδητον άνθρωπον, πεφωτισμένον χριστιανόν, βαθύν επιστήμονα, έξοχον πατριώτην, και τιμίαν εν γένει ύπαρξιν. Διότι η απώλεια τοιούτου όντος είνε εθνικόν δυστύχημα, καθ' ην διεφθαρμένην εποχήν η νέα γενεά της πατρίδος μας νεωτερίζει εν όλη τη αγραμματοσύνη της, δούλη χρηματιστικής διπλωματίας, μαθήτρια του Βαριετέ, μυκτηρίζουσα εν εγωισμώ βλακώδη το ολοέν εκπνέον ιερόν και όσιον της Ελληνικής πολιτείας, θλίβομαι διά τούτο κατάκαρδα και συντρίβομαι αναλογιζόμενο την ζημίαν των ατυχών γονέων απωλεσάντων τοιούτον θησαυρόν και μη ευρίσκων δι' αυτούς πανηγυρίαν, ικετεύω τον τα πάντα δυνάμενον αγαθόν Θεόν να παραμυθήση αυτούς. Ημείς δε οι συνοδεύσαντες τον ευγενή τούτον νεκρόν εις τον τάφον εν ονόματι της Ελληνικής Εκκλησίας ης τινος τας θύρας έκλεισεν ο φίλος μόνον των ισχυρών αρχηγός της, δεύτε τελευταίον ασπασμόν δώμεν τω αφ' ημών απελθόντι αλησμονήτω αδελφώ Μιχαήλ Μιμήκω".

 

Follow us on Instagram

We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…