2 years ago

Γράφει η Μαρία Παπαϊωάννου

“Μαμά, έχεις δει ποτέ σου τον Θεό;” με ρώτησε η κόρη μου ενόσω οδηγούσα χαμένη στις σκέψεις μου. Ξαφνιάστηκα και την κοίταξα από τον καθρέφτη να περιμένει όλο αγωνία την απάντησή μου, δεμένη με την ζώνη ασφαλείας της, σε πλήρη άγνοια για όσα συνέβαιναν εκείνη την στιγμή μέσα στο κεφάλι της μαμάς της που οδηγούσε σχεδόν μηχανικά.

“Ναι”, της απάντησα απότομα, “τον έχω δει τον Θεό”.

“Πότε μαμά; Εγώ πού ήμουν; Και πώς ήταν;” συνέχισε η μικρή αχόρταγα.

“Σώπα και άκουσε”, την διέκοψα και άνοιξα το παράθυρό μου για να πάρω ανάσα και να της διηγηθώ την ακόλουθη ιστορία.

Ήμουν έξι χρονών. Ζούσαμε σε ένα πελώριο διαμέρισμα στο Κέντρο της Αθήνας, στην οδό Μετσόβου 16, στα Εξάρχεια, πίσω από το Μουσείο. Το διαμέρισμά μας είχε δύο σαλόνια, δύο καθιστικά, δύο ψυγεία, δύο μπάνια και γενικώς ό,τι χρειαζόταν ένας άνθρωπος για να απομονωθεί από όλους τους υπόλοιπους εάν το επιθυμούσε. Το ένα σαλόνι ήταν πάντα κλειστό και άνοιγε μονάχα σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως στην γιορτή του μπαμπά, ας πούμε. Από τα ταβάνια του κρέμονταν λαμπεροί πολυέλαιοι και στα πατώματά του, σε όποιο σημείο του δεν υπήρχε φρεσκογυαλιασμένο παρκέ, το μωσαϊκό που τα κοσμούσε είχε στα ψαχνά του ακόμη και φίλντισι. Στην εξώπορτα με το κλασσικό παραθυράκι για να μπορείς να δεις ποιός σου χτυπάει, ένα τεράστιο μπρούτζινο πόδι λιονταριού σε χαιρέτιζε ώσπου να σου ανοίξει η “υπηρεσία” του σπιτιού, που όπως όλοι οι μεγαλοαστοί, διαθέταμε και εμείς.

Η κυρία αυτή άλλαζε τακτικά τόσο χτενίσματα και ρούχα όσο και εθνικότητες αλλά τις θυμάμαι όλες μέχρι σήμερα με πολλή αγάπη κι ας ξέρω πως αυτές προσπαθούν ακόμη να ξεχάσουν τόσο εμένα όσο και τις διαολιές που τους σκάρωνα. Για όλες τους είχα το ίδιο προσωνύμιο: “Σατανάς.”
Το πατρικό μου σπίτι ήταν απέναντι απο ένα πάρκινγκ αυτοκινήτων που μύριζε καυσαέριο, από αυτό το παλιό το Αθηναϊκό καυσαέριο της δεκαετίας του '90, που βρωμούσε καπνίλα, λέρωνε τα κάγκελα των μπαλκονιών και μαύριζε τα παιχνίδια και τα δάχτυλά μου όταν αυτά έμεναν πολύ καιρό εκτός αποθηκευτικών χώρων. Ίσως, γι'αυτό έχω ακόμη αδυναμία στα κουτιά και στις κρυψώνες. Για να μην μαυρίζουν τα παιχνίδια μου. Και άρα και τα δάχτυλά μου.

Στο δωμάτιο που ήταν το γραφείο μου είχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε πίσω απο το ξενοδοχείο Park. Καμιά φορά όταν διάβαζα, παρατούσα τα βιβλία και χάζευα τα τετράγωνα φώτα των δωματίων προσπαθώντας να μαντέψω ποιό θα σβήσει και ποιό θα ανάψει την επόμενη στιγμή. Στις οκτώ έπρεπε να είχα τελειώσει το διάβασμα για να πάω για ύπνο. Η μαμά σπάνια με έβαζε για ύπνο. Συνήθως στο κρεβάτι με συνόδευε η κυρία που είχαμε για αυτή την δουλειά. Η μαμά και ο μπαμπάς ήταν πάντοτε πολύ απασχολημένοι με τα δικά τους. Ο μπαμπάς ήταν γιατρός και ο άνθρωπος που έχω αγαπήσει όσο κανένας άλλος στην ζωή μου. Η μαμά πάλι η κλασσική μητέρα και γυναίκα της γενιάς της με την διαφορά ότι ήταν και είναι πολύ πιο όμορφη από όλες τις μητέρες που έχω γνωρίσει. Αυτό την αδικεί βέβαια, γιατί όλοι πάντα στέκονταν στην ομορφιά της ενώ ίσως και να παραμένει ο πιο έξυπνος άνθρωπος που ξέρω.Ωστόσο μεταξύ τους δεν τα πήγαν ποτέ καλά. Λάθος στιγμή, λάθος ζωή, λάθος όλα. Όλα, εκτός από εμένα και τα αδέρφια μου.

Όπως και να είχε, το πρόγραμμα ήταν ιερό και έπρεπε να τηρείται. Τα σχολεία τα καλύτερα και έπρεπε να είμαστε και εμείς οι καλύτεροι, τα ρούχα ακριβά και έπρεπε να μην λερωθούν, τα σαλόνια κλειστά για να μην σκονιστούν και τα στόματα σφραγισμένα σε “θέλω” και άλλα παιδικά πείσματα.

Το καλύτερο μας ήταν τα ρεβεγιόν. Κόσμος πλημμύριζε το τεράστιο υπέρλαμπρο σπίτι μας, φαγητά ό,τι μπορεί να βάλει ο νους σου, μουσικές απαλές αλλά και ρυθμικές, τούρτες να περνούν και να χάνονται απο τα παιδικά στόματα που έχασκαν απο θαυμασμό, κύριοι με κοστούμια και κυρίες με τουαλέτες. Εμείς τα κορίτσια με βελούδινα φορέματα και μπλε navy σμόκιν για τον αδερφό μου, να καθόμαστε στην σειρά στον μεσαίο καναπέ μέχρι να έρθει η νταντά να μας πάρει για ύπνο. “Μα, δεν άλλαξε ακόμη ο χρόνος!”, κλαίγαμε και τα τρία για να μας λυπηθούν και να μας αφήσουν λίγο παραπάνω να χαρούμε την γιορτή. Ο χρόνος είχε αλλάξει αλλά εμείς θέλαμε κι άλλο χρόνο με γέλια, κόσμο και φωνές. Σε λίγο θα έρχόταν η μαμά πλημμυρισμένη αρώματα και άγχος να μας παροτρύνει να ακούσουμε την κυρία, να σταματήσουμε να κλαίμε και αύριο ο Άγιος Βασίλης θα μας έφερνε τα καλύτερα δώρα. Και έτσι γινόταν. Ξαπλώναμε στα μεγάλα κρεβάτια και μολονότι ήμασταν ξύπνιοι, δεν μιλούσαμε παρά καθόμασταν αμίλητοι για να αφουγκραστούμε τα ποτήρια που τσουγκρίζονταν, τα τραγούδια που χορεύονταν και τα γέλια που τράνταζαν την ησυχία μας στα μεγάλα και γεμάτα κόσμο σαλόνια μας.

Ώσπου. Ώσπου μία ημέρα έγινε γενικό black out. Στην γειτονιά μας, στα Εξάρχεια, στην Αθήνα, στον κόσμο όλο. Ο μπαμπάς μου, ο δικός μου ο μπαμπάς, πέθανε. Τα φώτα έσβησαν, ο κόσμος έφυγε, οι καθρέφτες ξυλώθηκαν, τα σαλόνια σκεπάστηκαν με λευκά σεντόνια και εμείς βγάλαμε τα βελούδινα φορέματα και τα μπλε σμόκιν και φορέσαμε μαύρους φιόγκους στα μαλλιά και περιβραχιόνια. Ήμουν μόλις δώδεκα χρονών.
Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα από εκείνη την εποχή, μόνο την σιωπή. Ξαφνικά σταμάτησαν όλα. Σαν να έπαιζε μία ορχήστρα τόσα χρόνια, κρυμμένη πίσω από μία κόκκινη βαριά κουρτίνα. Κάποιος τράβηξε βίαια την κουρτίνα, έδωσε ένα κάποιο ελάχιστο μπαξίσι και έδιωξε άρων άρων τους μουσικούς. Και έμεινα μόνη στην αρχή της γιορτής, με το καλό μου φόρεμα και τα ακριβά μου γοβάκια, να μην έχω συνοδό στο ball room, δίχως μουσική, δίχως όρεξη πια, δίχως κέφι. Δεν ήξερα τί πάει να πει πένθος και ούτε ξέρω ακόμη. Πένθος για εμένα είναι όταν πρέπει να συνεχίσεις να ξυπνάς το πρωί, να πηγαίνεις στο σχολείο, να μπαίνεις στο Πανεπιστήμιο, να παντρεύεσαι, να χωρίζεις, να γεννάς ενώ κάθε μέρα μέσα σου αναρωτιέσαι: “ούτε αυτό είναι αρκετό για να σε φέρει πίσω;”.

Ωστόσο, μέχρι και σήμερα, ξέρω ποιά είναι η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής μου, και επιμένω να την λέω στην μάνα μου για να την ακούω να γελάει με την καρδιά της ξανά και ξανά. Ήμουν έξι χρονών, όπως είπα και στην αρχή. Ο πατέρας μου γύριζε πάντα πολύ αργά στο σπίτι. Η δουλειά του απαιτούσε είτε να επιστρέφει μετά τις εννέα, επομένως δεν τον βλέπαμε καθότι εμείς τα παιδιά, ήδη κοιμόμασταν, είτε να μην επιστρέφει καθόλου τα βράδια λόγω των εφημεριών στο νοσοκομείο. Ένα βράδυ, παρά τις απαρέγκλιτες εντολές της μητέρας μου, ξύπνησα και σηκώθηκα απο το κρεβάτι μου, για να ζητήσω από την κυρία που μας πρόσεχε λίγο νερό. Άκουσα απο το καθιστικό την φωνή του μπαμπά μου και έτρεξα γρήγορα για να τον δω. Δεν μπόρεσε να με σταματήσει κανείς, άνοιξα με ορμή την βαριά συρόμενη γυάλινη πόρτα και έπεσα στην αγκαλιά του ξαφνιάζοντάς τον αμέριμνο πατέρα μου που καθόταν στον καναπέ. Η μαμά έσπευσε να με βάλει ξανά στο κρεβάτι μου αλλά εκείνος με έκρυψε στα τεράστια χέρια του και είπε “'άστην λίγο απόψε, δεν πειράζει για μία φορά.” Στην τηλεόραση έπαιζε η “Σωφερίνα” με την Βουγιουκλάκη και εγώ μάντευα πως θα ήταν μεσάνυχτα, όμως σίγουρα έκανα λάθος γιατί από την σχολή χορού απέναντι ακούγονταν ακόμη τα ρυθμικά “εν,δύο,τρία” του Γιάννη Μέτση στις μπαλαρίνες του, με την συνοδεία του πιάνου. Ο μπαμπάς μου κάθε μέρα μας έφερνε γλυκά. Εκείνη την ημέρα δεν είχε φέρει τίποτα. “Γιατί;” τον ρώτησα και φαίνεται διέκρινε τόση ταραχή στα μάτια μου, που με άρπαξε αμέσως, είπε να μου φορέσουν κάτι πρόχειρο και με πήγε έως την γωνία της Νοταρά, εκεί που βρισκόταν η 'Εβγα της γειτονιάς μας προκειμένου να μου αγοράσει σοκολάτα. Και πράγματι! Στο ημιυπόγειο συνοικιακό μαγαζί, ο κύριος Αποστόλης ο μπακάλης μας, ήταν ακόμη ανοιχτός, καθισμένος σε μία ξύλινη καρεκλίτσα πίσω απο την τζαμένια πόρτα και έβλεπε και εκείνος την “Σωφερίνα” όπως και εμείς. “Γιατρέ, η σοκολάτα για το παιδί κέρασμα απο εμένα σε παρακαλώ.” Επέμεινε ο γεροντάκος και ο μπαμπάς τον χάιδεψε ελαφριά στην πλάτη με στοργή.
Γυρίσαμε σπίτι με εμένα να χοροπηδάω στο φανάρι της Μπουμπουλίνας μέχρι να περάσουμε απέναντι στην Μετσόβου, από την τεράστια ανυπομονησία και την τρελή χαρά μου, που όμοιά της μέχρι σήμερα δεν έχω ξανανιώσει. Την σοκολάτα εκείνη δεν την έφαγα. Είπα ότι θα την φάω την επόμενη ημέρα και τελικά την κράτησα φυλαγμένη για καιρό για να θυμάμαι εκείνο το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ζωής μου.

“Ήταν εκείνο το βράδυ που είδα τον Θεό”, απάντησα στην κόρη μου και την κοίταξα απο τον καθρέφτη γιατί είχε ώρα να με διακόψει για απορίες. Την είχε πάρει ο ύπνος και πια κοιμόταν γαλήνια με κρεμασμένο το κεφαλάκι της μπροστά στο στήθος της. Γέλασα μόνη μου, έκλεισα το παράθυρο και δυνάμωσα λίγο την μουσική στο ράδιο.

 

.... (συνεχίζεται)

 

Follow us on Instagram

We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…